Rinascerò, Rinascerai : Προορισμοί που έχουν αναγεννηθεί

Όσο και αν βασιζόμαστε σε ένα καλύτερο αύριο και σε μία προφητεία που μας θέλει να ζούμε σε μία νέα πραγματικότητα μετά την κρίση που περνάει όλος ο κόσμος με την εμφάνιση του νέου κορονοϊού, τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει αν δεν το αλλάξουμε εμείς. Δεν είναι ένα ακόμα cliché, αλλά η ωμή πραγματικότητα που μας λέει πως αν δεν προετοιμαστούμε, αν δεν θωρακιστούμε θα έχουμε κάνει ένα επιπόλαιο και τραγικό λάθος.

Η ιστορία έχει αποδείξει πως ουδέν κακόν αμιγές καλού, τουλάχιστον όποτε το “κακό” έχει συνδυαστεί με περισυλλογή, όχι λήθη, και γενναία διάθεση για καινοτομίες και νέες πρακτικές που με τη σειρά τους έχουν οδηγήσει σε δεκάδες αναγεννημένους προορισμούς ανά την υφήλιο. Αυτοί οι προορισμοί δεν είχαν ευφάνταστα success stories αλλά είναι παραδείγματα του ότι τίποτα δεν χάνεται εκτός αν σταματήσεις να ασχολείσαι μαζί του. Τίποτα δεν εκλείπει αν δεν το διαγράψουμε πρώτα εμείς.

Κατά τη διάρκεια διεξαγωγής του Συνεδρίου της έκθεσης Philoxenia το 2019, όσοι παρευρέθηκαν, πιθανότατα να παρακολούθησαν το αφιέρωμα στις μαύρες σελίδες της ιστορίας που έχουν αξιοποιηθεί κατάλληλα και έχουν μετατραπεί σε προορισμοί με υψηλή επισκεψιμότητα. Αυτή η μορφή προσέγγισης τουρισμού ονομάζεται Dark Tourism ή ελληνιστί Σκοτεινός Τουρισμός.

Δεν είναι κάτι νέο, ούτε κάτι πρωτοποριακό πλέον: πηγάζει άλλωστε από την έμφυτη ανάγκη των πληγέντων να προχωρήσουν διατηρώντας στη συλλογική τους μνήμη το παρελθόν αλλά και να δημιουργήσουν κάτι από το τίποτα που τους άφησαν. Χαρακτηριστικά παραδείγματα το Chernobyl και το Auschwitz.

Μετατρέποντας τόπους μαρτυρίου σε διεθνή σύμβολα ιστορίας, κατάφεραν να τραβήξουν το ενδιαφέρον ολόκληρου του κόσμου με αποτέλεσμα εκατομμύρια ανθρώπων να επισκέπτονται κάθε χρόνο αυτά τα μνημεία.

Ως το μεγαλύτερο πυρηνικό δυστύχημα παγκοσμίως στις 26 Απριλίου του 1986, το Chernobyl, για δεκατίες δεν αποτελούσε «επίσημο» αξιοθέατο. Πολλοί ήταν εκείνοι που το επισκέπτονταν παράνομα, πληρώνοντας μεγάλα ποσά για ξεναγήσεις και συχνά τα «σουβενίρ» τους ήταν ό,τι είχαν αφήσει οι κάτοικοι της περιοχής φεύγοντας, νομίζοντας πως θα γυρνούσαν ξανά.

Με την πτώση της Ε.Σ.Σ.Δ. στις αρχές της δεκαετίας του 1990, βρίσκεται πλέον σε ουκρανικό έδαφος και αν υπολογίσει κανείς το ποσοστό διαφθοράς του κρατικού μηχανισμού στην Ουκρανία σε συνδυασμό με τις υγειονομικές και περιβαλλοντολογικές επιπτώσεις του Chernobyl, τα πρώτα χρόνια περισσότερο κακό έκανε στην εικόνα της χώρας παρά καλό.

Πριν το 2011, όπου και άνοιξε ένα μεγάλο τμήμα της περιοχής στους τουρίστες, γίνονταν ξεναγήσεις με υψηλό κόστος και ιντρίγκαρε όσους ήθελαν να επισκεφτούν μία πόλη φάντασμα, της οποίας οι κάτοικοι πέθαιναν μαζικά από καρκίνο ακόμα και το 2005. Μετά, δε, την προβολή της mini σειράς για το Chernobyl με τον ομώνυμο τίτλο στο HBO, η ζήτηση αυξήθηκε κατακόρυφα: η SoloEast, λόγου χάρη, tour operator με βάση την Ουκρανία από το 1999, παρατήρησε αύξηση στο ενδιαφέρον του κοινού να επισκεφθεί την Ουκρανία έως και 35%.

Η ουκρανική κυβέρνηση, παρατηρώντας τι γίνεται και αντιλαμβανόμενη ότι δεν μπορεί να το σταματήσει – ούτε άλλωστε είχε τη διάθεση – από τις αρχές του 2019 κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να αναδείξει και επίσημα το Chernobyl σε “must” τουριστικό προορισμό της χώρας: βελτιώνει το οδικό δίκτυο, επισπεύδει και απλοποιεί τις διαδικασίες αδειοδότησης αλλά και αναβαθμίζει τις κρατικές δομές τις ευρύτερης περιοχής.

Ακόμα και ο ντόπιος πληθυσμός ενισχύει αυτές τις προσπάθειες πρώτος από όλους, διαμηνύοντας πως δεν υπάρχει πρόβλημα ασφάλειας ούτε υψηλών ποσοστών ραδιενέργειας, παρά μόνο φημολογίες. Πράγματι, όπως προσυπογράφουν και οι ειδικοί, τα ποσοστά ραδιενέργειας που δέχεται κανείς κατά τη διάρκεια μίας μονοήμερης ξενάγησης, είναι μικρότερα από μία υπερατλαντική πτήση. Οι ντόπιοι ωστόσο πάνε ένα βήμα παραπέρα και προειδοποιούν τους τουρίστες πως πρέπει να φοράνε ρούχα που θα πετάξουν αργότερα, για τη δική τους ασφάλεια και εφησυχασμό.

Στην γειτονική Πολωνία οι κτηνωδίες του Auschwitz μπήκαν σε μουσείο και η ανθρώπινη τραγωδία πρωταγωνιστεί στις αφηγήσεις σε όλες τις ξεναγήσεις στο άλλοτε στρατόπεδο συγκέντρωσης και εκτέλεσης κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου.

Μόλις δύο χρόνια μετά την απελευθέρωση των κρατουμένων από τον Κόκκινο Στρατό (1945), η κυβέρνηση της Πολωνίας ίδρυσε το Μουσείο του Auschwitz-Birkenau και επίσημα τον Ιούλιο του 1947.

Οι πρώτοι επισκέπτες του Μουσείου ήταν κυρίως όσοι κατάφεραν να επιζήσουν από τον εφιάλτη των Ναζί με τα κρεματόρια, τους θαλάμους αερίων και τους αποτεφρωτήρες. Από το 1979 και μετά δε, το Auschwitz Birkenau περιλαμβάνεται στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, γεγονός που οδήγησε το Μουσείο στο να έχει πάνω από 320 ξεναγούς, οι οποίοι πραγματοποιούν ξεναγήσεις σε 20 τουλάχιστον γλώσσες. Επιπλέον, αυτό που συνέβη είναι να κινητοποιηθούν οι εβραϊκές κοινότητες από όλο τον κόσμο και να επισκέπτονται την Πολωνία με οργανωμένα ταξίδια.

Το πρόγραμμα της πολωνικής κυβέρνησης για την ανάπτυξη του τουρισμού προβλέπει ανάπτυξη πλήθος περαιτέρω δραστηριοτήτων γύρω από το Auschwitz-Birkenau. Αξιοποιεί τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά της Πολωνίας, τα spa στην περιοχή ενώ επεκτείνει στις γύρω κωμοπόλεις εναλλακτικές μορφές τουρισμού όπως ο οικολογικός τουρισμός και ο αγροτουρισμός.

Τα 3 τελευταία χρόνια οι επισκέπτες ξεπερνούν τα 2 εκατομμύρια κάθε χρόνο. Τα έσοδα του μουσείου είναι τόσο υψηλά που καλύπτουν κατά το ήμισυ τα λειτουργικά του έξοδα.

Μία πιο πρόσφατη καταστροφή που ξεφεύγει από τα πλαίσια του Dark Tourism και χρονολογείται στο 2004 είναι ο μεγάλος σεισμός του Ινδικού Ωκεανού που στοίχησε τις ζωές σε πάνω από 260.000 ανθρώπους.

Οι περιοχές που επλήγησαν από το φονικό τσουνάμι είναι διάσημες για τα πολυτελή θέρετρα, τα ιδιαίτερα ξενοδοχεία και υπήρξαν ανέκαθεν δημοφιλείς προορισμοί για δεκάδες χιλιάδες τουρίστες. Διεθνή brands εγκαταστάθηκαν στο νησί αναβαθμίζοντας το επίπεδο υπηρεσιών και προσέλκυαν το δικό τους πελατολόγιο από όλον τον κόσμο.

Μετά την καταστροφή και λίγο πριν ο υπόλοιπος πλανήτης γιορτάσει την αλλαγή του χρόνου, για την Ινδονησία, την Σρι Λάνκα, την Ινδία και την Ταϋλάνδη, η αποκατάσταση και η ανοικοδόμηση, πρωτίστως ψυχική και εν συνεχεία υλικοτεχνική, της ευρύτερης περιοχής αποτελούσε πρωταρχικό μέλημα.

Το μεγαλύτερο στοίχημα που έπρεπε να κερδίσουν ωστόσο, ήταν να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη ξανά στους τουρίστες, να κερδίσουν εκ νέου τους παλιούς και να προσελκύσουν νέους. Να δημιουργήσουν ξανά το αίσθημα ασφάλειας και χαλάρωσης που αποζητούσαν όλοι όσοι επισκέπτονταν τόσο την περιοχή όσο και τα resorts της.

Μέσα σε μόλις 11 μήνες αποκαταστάθηκαν όλες οι εγκαταστάσεις ενώ πολλά από τα resorts άλλαξαν ύφος, διακόσμηση και διαρρύθμιση αφού οι μεγαλύτερες και πιο σημαντικές καταστροφές ήταν στα παραθαλάσσια τμήματα τους.

Τον Ιανουάριο του 2005 τα διαθέσιμα κρεβάτια στο Phuket ήταν περίπου 33,587, ενώ ακόμη και μεγάλες εταιρείες επαναλειτούργησαν βγάζοντας εκτός λειτουργίας 6 έως και 14 δωμάτια.

Οι ομοσπονδίες που σχετίζονται άμεσα με τον τουρισμό στην Ασία, τόνισαν και φρόντισαν έμπρακτα να μην καταρρεύσει η ψυχολογία των ντόπιων αλλά και η διαδικασία ανοικοδόμησης και ανάπλασης των περιοχών αυτών που είναι άμεσα εξαρτημένες από τα έσοδα και την λειτουργία τουριστικών θερέτρων και τον εισερχόμενο τουρισμό. Η βόρεια Σουμάτρα ήταν από τις περιοχές που επλήγησαν περισσότερο λόγω της μεγάλης φυσικής καταστροφής.

Εταιρείες διαχείρισης ξενοδοχειακών brands, αεροπορικές και ξενοδοχεία έκαναν σημαντικές δωρεές για την ενίσχυση της προσπάθειας. Όλοι αντιλήφθηκαν πως έχρηζε συλλογικής κινητοποίησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τακτική του Amanpuri, το οποίο έριξε 50% τις τιμές των δωματίων του προκειμένου να προσελκύσει κόσμο και να αναγεννηθεί ο τουρισμός στο Phuket. Όλοι οι όμιλοι με καταλύματα δημιούργησαν πλάνα εκκένωσης και χρήσης των ξενοδοχείων σαν χώρους περίθαλψης για να βρίσκονται ένα βήμα πιο μπροστά σε μία αντίστοιχη καταστροφή.

Ήταν μία μαζική προσπάθεια όπου κινητοποιήθηκαν οι γειτονικές χώρες σε κρατικό επίπεδο, τα διεθνή ξενοδοχειακά brands αλλά και οι ίδιοι οι ντόπιοι για να σώσουν την πηγή ζωής της περιοχής τους.

Yπάρχουν καταστροφές που διαρκούν κάποιες ώρες και έχουν αντίκτυπο κάποιους μήνες, υπάρχουν όμως και καταστροφές που συντελούνται σταδιακά επί δεκαετίες και για να δημιουργήσεις κάτι καλό από αυτές απαιτούνται ριζικές αλλαγές.

Η πολιτική ιστορία της Χιλής και της Κούβας έχουν πολλά χρόνια γραμμένες τέτοιες σελίδες. Από τον Pinochet στον Castro και από τον υποβιβασμό του τουριστικού προϊόντος στην αναγέννησή του.

Σχεδόν για δύο δεκαετίες την Χιλή κυβερνούσε ένας δικτάτορας με τραγικό απολογισμό όχι μόνο τα χιλιάδες θύματα των πολιτικών διώξεων του καθεστώτος Pinochet αλλά και ένα συνεχώς αυξανόμενο κοινωνικό και οικονομικό χάσμα.

Τις τελευταίες δεκαετίες όμως με την σταδιακή επιστροφή στη δημοκρατία από τις αρχές του 1990, ο τουρισμός έχει φτάσει να καλύπτει μεγάλο μέρος των εσόδων για την Χιλή ενώ το 2005 η κυβέρνηση ξεκίνησε μία δυναμική εκστρατεία για την προβολή της χώρας στο εξωτερικό. Αυτό που όμως που έπαιξε καταλυτικό ρόλο για την Χιλή ήταν ο εσωτερικός τουρισμός.

Οι ντόπιοι ξεκίνησαν να ταξιδεύουν ξανά εντός του κράτους με πιο δημοφιλή προορισμό το Santiago με πάνω από 22,000 κρεβάτια. Αξιοποίησαν την ελευθερία που είχαν πλέον αλλά και την ιστορία που άφησε πίσω ο Pinochet.

Το 2008 το γραφείο του Pinochet στο βορειοανατολικό Santiago άνοιξε τις πύλες του στο κοινό και προσελκύει χιλιάδες τουρίστες κάθε εβδομάδα. Χάριν της αμφιλεγόμενης ιστορίας του Pinochet, ένα μεγάλο ποσοστό των ξεναγήσεων στην πρωτεύουσα της Χιλής πλέον γίνεται με στάσεις σε σημεία με σημαντική ιστορία από τη διακυβέρνησή του όπου και διενεργούνται πολιτικές συζητήσεις πάνω σε ποδήλατα παρατηρώντας τα αξιοθέατα.

Η Χιλή σήμερα προσελκύει τουρίστες που επιδίδονται σε extreme sports αλλά και όσους θέλουν να παρακολουθήσουν τα μνημεία προστατευόμενα από την UNESCO που υπάρχουν στην χώρα. Το 2018 ανακηρύχθηκε ως ένας από τους καλύτερους προορισμούς και έχει το δικό της πιστό τουριστικό κοινό.

H Κούβα είναι μία αρκετά πολύπλοκη περίπτωση, ο πληθυσμός της όμως προσπαθεί με τα μέσα που έχει και με τις δυσκολίες του παρόντος που οφείλονται σε περισσότερο από έναν αιώνα ιδιάζουσας ιστορίας.

Το καθεστώς του Castro με τις κρατικοποιήσεις και τους περιορισμούς δεν άφησε περιθώρια για τη δημιουργία σωστών βάσεων για τουριστική ανάπτυξη. Αδιαμφησβήτητα το τέλος της Ε.Σ.Σ.Δ. στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ανήγαγε σταδιακά τον τουρισμό σε έναν βασικό πυλώνα για τα έσοδα της χώρας. Μέχρι το 1997 το κομμουνιστικό καθεστώς είχε απαγορεύσει κάθε επαφή μεταξύ των ντόπιων και των τουριστών. Από το 2010 ενισχύεται η δημιουργία επιχειρήσεων εστίασης από ντόπιους στην Havana και στην Trinidad, οι οποίοι εκδίδουν ειδική άδεια για άσκηση επαγγέλματος ενώ το 2014 δημοσιεύτηκε από την κυβέρνηση νόμος με τον οποίο ενισχύονται οι ξένες επενδύσεις. Σε αυτές τις επενδύσεις προβλέπονται ξενοδοχειακά συγκροτήματα και γήπεδα golf.

Έως και το 2018 κινέζοι επιχειρηματίες είχαν επενδύσει περισσότερα από 700 εκατομμύρια δολλάρια, με ό,τι συμβολισμό μπορεί αυτό να έχει. Το 2019 ήταν μία πολύ καλή χρονιά για τα έσοδα της Κούβας από εισερχόμενο τουρισμό, ειδικά τους πρώτους μήνες, ενώ το προηγούμενο έτος είχε φιλοξενήσει περίπου 5 εκατομμύρια τουρίστες.

Το πιο σημαντικό σε τέτοια γεγονότα είναι να καταφέρουμε να σβήσουμε τις αρνητικές συνέπειες όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα, να γυρίσουμε σελίδα έχοντας μάθει από κάθε κακό, από κάθε ξαφνικό που μας άλλαξε τα σχέδια, που μας πήγε πίσω, που μας έφερε στο σημείο μηδέν. Είναι σημαντικό να δουλέψουμε ξανά, πιο εντατικά, πιο δημιουργικά και θα αναγεννηθούμε. Το έχουμε ξανακάνει.

Till then, stay strong.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *